🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φκιασίδι
φκιασίδι
το
косметика
(румяна; белила)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
косметика
? —
φκιασίδι
как с
(ново)греческого
переводится слово
φκιασίδι
? — косметика
#
(ново)греческий словарь
—
μοράβια
—
αντιζύγιασμα
—
ζαρομάτισσα
—
φοοχτιά
—
σύγκληση
—
βουτυρόγαλα
—
ειπείν
—
γραμμοποίκιλτος
—
βαρύοσμος
—
μήνις
—
ακράτητος
—
αδιανέμητος
—
σταυραδέρφι
—
αιμοβαφής
—
χαϊδιάρα
—
εμπεταστής
—
αμασχάλη
—
διοικητικό
—
τσιρλιάρικος
—
ξεπαραδιασμένος
—
ξεμυάλισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω