🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συναδελφότης
συναδελφότης
(-ητος) η
братство; солидарность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
братство
? —
συναδελφότης
как на
(ново)греческом
будет слово
солидарность
? —
συναδελφότης
как с
(ново)греческого
переводится слово
συναδελφότης
? — братство, солидарность
#
(ново)греческий словарь
—
πεδουκλά
—
ευφάνταστος
—
εντατήρας
—
σιωπηρά
—
διάχωμα
—
επαίτις
—
χαροκαίομαι
—
αγκίστρωση
—
λουτροφόρος
—
δυσνόητος
—
αλατωρυχείο
—
επιθετικός
—
ελπίζω
—
γκραβούρα
—
αναλίσκω
—
διακριβώ
—
κομψογράφος
—
ξύστρο
—
εμβρυουλκός
—
τριτοετής
—
απάβγουλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω