🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λύσσιασμα
λύσσιασμα
το
бешенство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бешенство
? —
λύσσιασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
λύσσιασμα
? — бешенство
#
(ново)греческий словарь
—
ψαμμίαση
—
σαδιστής
—
κυβόλεξο
—
τετραμηνία
—
υπνογόνος
—
ψωμί
—
περίχαρος
—
ομαλός
—
απόξερος
—
παιδιά
—
ανακάτωση
—
μονοπληγία
—
ακροπόδιον
—
νιφάδα
—
υποκατάσταση
—
εθνοκτόνος
—
ξώπορτα
—
ανεξαίρετα
—
φελλός
—
ευφορία
—
σείομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω