🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σανσκριτική
σανσκριτική
η
санскрит
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
санскрит
? —
σανσκριτική
как с
(ново)греческого
переводится слово
σανσκριτική
? — санскрит
#
(ново)греческий словарь
—
ζωοφαγικός
—
σηκώνω
—
στορεστής
—
νερολαδιά
—
αμετροεπής
—
πολιομυελίτιδα
—
λιθογόνος
—
κοιμισμένος
—
ενοικιαστής
—
τσίνουρο
—
ώχ!
—
ρασοφορώ
—
συνιστώ
—
πηλίκο
—
δάσωση
—
ρουβίδιο
—
ευτόκιος
—
κοπρόστομος
—
κουνελοτροφείο
—
λιγοζώητος
—
βλωμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω