🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ασβέστωση
ασβέστωση
η с.-х.
известкование
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
известкование
? —
ασβέστωση
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασβέστωση
? — известкование
#
(ново)греческий словарь
—
μπαρμπούτι
—
λυθριάζω
—
ντιβάνι
—
αμοίραγος
—
συλλογιώμαι
—
μεταμφίεση
—
αχνιά
—
κομπιάζω
—
δίμοιρον
—
αλλοπαρμένος
—
ασέβαστος
—
τετραγωνικός
—
λευκότητα
—
παραγγελιοδότις
—
Κύπρια
—
στεφανοκούτι
—
Γυάλινος
—
απόκαφτρο
—
αρμόζων
—
τραγανίζω
—
διαφεντεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω