🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πιδεξιότητα
πιδεξιότητα
η
умение, ловкость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
умение
? —
πιδεξιότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
ловкость
? —
πιδεξιότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
πιδεξιότητα
? — умение, ловкость
#
(ново)греческий словарь
—
αγριαρακά
—
διατρύπηση
—
σπερματοζωάριο
—
νικιέμαι
—
σκωληκοτροφείο
—
αυτοτύφλωση
—
φιλόψογος
—
γλύκισμα
—
μούχλας
—
ελαχιστότητα
—
βροτολοιγός
—
βαρώμι
—
φυλακίς
—
μαστοειδίτις
—
προσκυνημένος
—
αρωματίζω
—
ψυκτήρας
—
κριγμός
—
εκχιονιστήρας
—
στιχοποιώ
—
σπόγγισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω