🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συμπαραλαμβάνω
συμπαραλαμβάνω
(αόρ. συμπαρέλαβα)
брать с собой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
брать с собой
? —
συμπαραλαμβάνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
συμπαραλαμβάνω
? — брать с собой
#
(ново)греческий словарь
—
κρεμάστρα
—
χαρτογράφηση
—
τουρκοσπορίτης
—
αυτόθετος
—
επενεργώ
—
ρεβιθοκοτόσουπα
—
κλιματιστικός
—
βαθμηδόν
—
αγκυνάρα
—
απλούμιστος
—
λεοντόκαρδος
—
σταχυολογώ
—
ορεινός
—
υπομηχανικός
—
επανεξοπλίζω
—
γαιόχωσις
—
σέλινο
—
σαβάνωμα
—
καταφυγή
—
φωτορομάντζο
—
χειρολάβος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω