🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνεπτυγμένος
συνεπτυγμέν|ος
сжатый, краткий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сжатый
? —
συνεπτυγμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
краткий
? —
συνεπτυγμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνεπτυγμένος
? — сжатый, краткий
#
(ново)греческий словарь
—
θεϊστικός
—
αποφύλλισμα
—
αρχιμανδρίτης
—
ταράττω
—
ωφελιμαρχία
—
πειστικός
—
πλατειαστικός
—
δωροδοκώ
—
μισοπαράνομος
—
αμετρολογία
—
υαλοτεχνικός
—
πηλόπλαστος
—
ρωμαϊστής
—
ασχιδής
—
τέμνω
—
ακεφα
—
καρκίνωμα
—
μποέμ
—
ψευτοπερνώ
—
τρύπανο
—
εμβίβαση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω