🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκπίπτομαι
εκπίπτομαι
снижаться
(о цене)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
снижаться
? —
εκπίπτομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκπίπτομαι
? — снижаться
#
(ново)греческий словарь
—
αστυφύλακας
—
ασυνάρτητος
—
ζεματίζω
—
αποτελειωμός
—
πυκνοκατοικημένος
—
βλαστολογω
—
μικροφυής
—
διάφανος
—
αλίπαστος
—
ξανα-
—
αντιλακτίζομαι
—
ηλεκτροποίηση
—
ξανάστροφος
—
σιδηροδρομικώς
—
ξεμοναχιασμένος
—
πραματευτάδικο
—
μηδενιστικός
—
στειμμένος
—
σταυλάρχης
—
επανέλεγχος
—
αποσαρκώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω