🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απτέρωτος
απτέρωτ|ος
бескрылый, не имеющий крыльев
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бескрылый
? —
απτέρωτος
как на
(ново)греческом
будет слово
не имеющий крыльев
? —
απτέρωτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
απτέρωτος
? — бескрылый, не имеющий крыльев
#
(ново)греческий словарь
—
λεφτούλια
—
λιοκάθισμα
—
εγγυητήριος
—
λεξιθηρία
—
ιεροσύλημα
—
θολόσταχτη
—
μπουλόνι
—
συμβολικά
—
νεφελώδης
—
κοντόχρονα
—
ασυστολή
—
δειγματισμός
—
συνωμοσιολόγος
—
γαλαντόμος
—
αλπινιστής
—
ποτήριον
—
λαυρίον
—
αναστροφέας
—
γρατσούνισμα
—
αλλοτριόγαμος
—
αρμπαρόρριζα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω