🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπηκοότητα
υπηκοότητα
η
подданство, гражданство
;
παίρνω ~ — принимать подданство, гражданство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подданство
? —
υπηκοότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
гражданство
? —
υπηκοότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπηκοότητα
? — подданство, гражданство
#
(ново)греческий словарь
—
εγκολπώνομαι
—
αρίδι
—
θαλασσοκρατία
—
σημαιοστολισμένος
—
σήραγγα
—
προϋπολογίζω
—
ανάγομαι
—
σφαιριστήριο
—
βίδωμα
—
σπυρίς
—
χοντροκοπάνισμα
—
κουκλώνω
—
παροχετεύω
—
ούρα
—
ανθρακεργάτης
—
δίζυγος
—
αλάνθαστος
—
αγριοκηίρι
—
συναρμόζω
—
ζητητής
—
αθλιότοπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω