🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κρατήρας
κρατήρας
ο 1)
кратер
(вулкана);
2) ист.
кратер
(сосуд для вина)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кратер
? —
κρατήρας
как на
(ново)греческом
будет слово
кратер
? —
κρατήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
κρατήρας
? — кратер, кратер
#
(ново)греческий словарь
—
καταναλωμένος
—
αμάκας
—
καραβόσκυλο
—
αφλογισιά
—
ξανανοίγω
—
χρεώνομαι
—
σεισμογράφημα
—
ψαροκεφαλή
—
τσάταλο
—
μικροτηλέφωνο
—
πανηγυρτζίδικος
—
τυφογενής
—
φωνώ
—
πατάκια
—
παρηγορίζω
—
λειαντικός
—
δασύπτιλος
—
μοιρολογήτρα
—
γουρουνιά
—
αξιόλογα
—
ακτινολόγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω