🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επαγωγικός
επαγωγικός
индукционный, индуктивный
;
~ή μέθοδος — индуктивный метод
;
~ό ρευμα — индукционный ток
;
~όν πηνίον — индукционная катушка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
индукционный
? —
επαγωγικός
как на
(ново)греческом
будет слово
индуктивный
? —
επαγωγικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
επαγωγικός
? — индукционный, индуктивный
#
(ново)греческий словарь
—
αφή
—
βουτυροποιός
—
αθέρμαντος
—
επήγαγον
—
τριχάρα
—
απροσωπία
—
συγχωρητικός
—
πολύπλοκος
—
ερωτοχτυπημένος
—
καταδεχτικότητα
—
ασφυχτικός
—
μητρομανία
—
γιάτρεμα
—
διαμάχη
—
μαγεία
—
κακέκτυπο
—
χωνευτικός
—
τσεκούρας
—
ασύνδετος
—
τουμπακοτσάμπουνα
—
ενσαρκώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω