🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αυτοκατευθυνόμενος
αυτοκατευθυνόμεν|ος
воен.
самонаводящийся
;
~ον βλήμα — самонаводящийся снаряд
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
самонаводящийся
? —
αυτοκατευθυνόμενος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοκατευθυνόμενος
? — самонаводящийся
#
(ново)греческий словарь
—
σαββατόβραδο
—
εξαΰλωση
—
εκτυφλώνω
—
τσιπροκατάνυξη
—
χειρουργικά
—
σλαυοκρατία
—
μετημφιεσμένος
—
παραστατικός
—
σιμωνία
—
ακόνι
—
προσεδαφίζομαι
—
υπογραμμή
—
προσεύχομαι
—
κληρονομιά
—
ηλιοτροπισμός
—
ενισμός
—
αναδεχτούρι
—
κανναβένιος
—
μοσχοβολιστός
—
θελξικάρδιος
—
βιβλιογνώστρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω