🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
Τυροφάγος
Τυροφάγ|ος
η :
εβδομάδα τής Τυροφάγου — рел. сыропустная неделя
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
Τυροφάγος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ατμοτουρμπίνα
—
χαμοκερασιά
—
κατανοώ
—
ξεπαστρεύω
—
πιστοποιούμαι
—
δενδροκομικός
—
ανεξίτηλος
—
μάϊνα
—
βοσκηματώδης
—
ακεραμίδωτος
—
σιγμός
—
εργατοκρατία
—
φτηνιάρικος
—
καυλίμπας
—
υποξείδιο
—
Ισλανδία
—
δούκισσα
—
γίδι
—
παγωτό
—
νεοκαντιανισμός
—
υδατομετρία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω