🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοπιαστικός
κοπιαστικός
утомительный, трудный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
утомительный
? —
κοπιαστικός
как на
(ново)греческом
будет слово
трудный
? —
κοπιαστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοπιαστικός
? — утомительный, трудный
#
(ново)греческий словарь
—
έπιδιδυμίτις
—
σκολοπισμός
—
εσκεμμένος
—
κλακέρ
—
ένταλμα
—
ασφαλιστικός
—
μεράκι
—
ανακάτεμα
—
βουλιθιά
—
φίλαυτος
—
υποψιαστικός
—
αντίβαρο
—
κάργας
—
επαίσχυντα
—
τεσσαρακοστός
—
αποκυλιούμαι
—
μπαντανάς
—
αρτιοδάκτυλος
—
αμαρτωλή
—
κολλεκτιβισμός
—
ιωδιούχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω