🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ρευματόμετρον
ρευματόμετρον
το физ.
амперметр
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
амперметр
? —
ρευματόμετρον
как с
(ново)греческого
переводится слово
ρευματόμετρον
? — амперметр
#
(ново)греческий словарь
—
αερολόγημα
—
υπερκρέμαμαι
—
ενοποιός
—
αβίωτος
—
οφιοειδής
—
μαμαλίγκα
—
λωποδύτης
—
αγοραστός
—
καρύδι
—
οκνηρός
—
κατοχύρωση
—
ομολογούμενος
—
ατμόμετρο
—
ανατάσσω
—
ξεσκονίζω
—
ψαλτός
—
πολυμόρφως
—
ματαιοσχολία
—
μόσχος
—
συμπηγνύω
—
δερμοτοπώλης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω