🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πεντηκοντούτης
πεντηκοντούτης
ο
пятидесятилетний человек
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пятидесятилетний человек
? —
πεντηκοντούτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
πεντηκοντούτης
? — пятидесятилетний человек
#
(ново)греческий словарь
—
πτυελίνη
—
ρουπάκι
—
αδασκάλευτος
—
μετρική
—
αγαλματοειδής
—
ελαιοδεκάτη
—
αιμοβόρικος
—
χοντροκεφαλιά
—
κουτσονούρισσα
—
ακριβογυιός
—
αδωρος
—
στούμπι
—
ένθεσις
—
κοσμοξακουσμένος
—
ασχολούμαι
—
σβάρνα
—
ρημάζω
—
καυστηρατζής
—
τρίπλευρος
—
τρανεύω
—
φαταλίστρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω