🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κρανιολογικός
κρανιολογικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κρανιολογικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πυγμόμετρο
—
κόκκαλο
—
μαραγγιασμένος
—
επιφύλαξη
—
θολός
—
εξετάστρια
—
γαγγλιακός
—
πάννινος
—
δερμάτι
—
ζημία
—
καθελκυσμός
—
απροσεξία
—
αρραγής
—
βυτιοποιός
—
μάγευμα
—
μισοφόρι
—
σοσιαλιστικοποίηση
—
φωλεία
—
αξεφύλλιαστος
—
βολβός
—
αναχαιντρώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω