🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διάπλατος
διάπλατ|ος
широкий, широко открытый
;
===
~η θάλασσα — открытое море
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
широкий
? —
διάπλατος
как на
(ново)греческом
будет слово
широко открытый
? —
διάπλατος
как с
(ново)греческого
переводится слово
διάπλατος
? — широкий, широко открытый
#
(ново)греческий словарь
—
θάλπος
—
βασιβουζουκισμός
—
συγχαρίκια
—
εντατική
—
ασφάλιχτος
—
ανοσφρησία
—
μοντερνίστρια
—
καραμπογιά
—
αναλάμπω
—
ρεβεγιόν
—
αψυχαγώγητος
—
ρηγματάκι
—
φανοποιός
—
φωνάζω
—
ρακοπότηρο
—
πλημμυρώ
—
αυτοσεβασμός
—
μίξη
—
θεληματάρης
—
μεταξοτυπία
—
γλυκοπαρηγοριά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω