🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενάργυρος
ενάργυρ|ος
содержащий серебро
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
содержащий серебро
? —
ενάργυρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενάργυρος
? — содержащий серебро
#
(ново)греческий словарь
—
ξουθιά
—
μεριδιούχος
—
αριστίνδην
—
γκαστρώνομαι
—
καταβύθιση
—
επιξέω
—
αδίπλιαστος
—
μεγαλόνησος
—
αδρώς
—
μουτζώνομαι
—
Αιγυπτιώτης
—
φοβιτσιάρης
—
προστυχόφαστα
—
επίπλαστος
—
ράφτρα
—
λεβεντόγερος
—
εντεταλμένα
—
χαλκοτύπος
—
εξιδρωτικός
—
περίπλοκος
—
υπνωτισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω