🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βλαχοποιμήνας
βλαχοποιμήνας
(-ένος) ο
пастух
(в горных местностях),
чабан
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пастух
? —
βλαχοποιμήνας
как на
(ново)греческом
будет слово
чабан
? —
βλαχοποιμήνας
как с
(ново)греческого
переводится слово
βλαχοποιμήνας
? — пастух, чабан
#
(ново)греческий словарь
—
καρτερικός
—
απαρηγόρητος
—
κονίαμα
—
αιμοβόρος
—
άταφος
—
τρισπήλαιος
—
πείσμωμα
—
τυχηρός
—
ψευδαίσθηση
—
ονοματοκρατία
—
επαληθευτικός
—
παιδοχειρουργός
—
ακαλανθίς
—
γεροσύνη
—
προκύπτω
—
καθισιά
—
λεμφατικός
—
εταστικός
—
κεφαλόβρυση
—
καλαματιανός
—
αχωνευσία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω