🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμινοβενζόλιο
αμινοβενζόλιο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμινοβενζόλιο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
φαγανός
—
αιματωμένος
—
πλύνω
—
πυργοδεσπότης
—
μονημεριάτικα
—
αρωμουνικός
—
χρησμολογία
—
κοφφέα
—
τιμοκρατικός
—
γρατσουνίζομαι
—
ρυμούλκία
—
σαντούρι
—
σιασμός
—
ξεκουμπίδια!
—
αψιλία
—
σφυρηλασία
—
κρησαρίζω
—
σουτιέν
—
μωροπιστία
—
θηλυπρεπώς
—
καπιταλίστρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω