🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επαναπατρίζω
επαναπατρίζω
репатриировать
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
репатриировать
? —
επαναπατρίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επαναπατρίζω
? — репатриировать
#
(ново)греческий словарь
—
αριστερόστροφος
—
αργονόητος
—
ρομαντικότητα
—
έκθετο
—
θρεπτικός
—
δαιμονιότης
—
αναρρίπισις
—
ψαριά
—
αρχοντίζω
—
αχανές
—
τουφεκιά
—
βασανισμένος
—
κλεφτοτόπι
—
διπλογραφία
—
όρυζα
—
δρεπανίστρια
—
βουβόσκυλο
—
γλυφούτσικος
—
μαντηλούσα
—
ξέγδαρμα
—
διαθέτω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω