🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δωσίδικος
δωσίδικ|ος
подсудный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подсудный
? —
δωσίδικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δωσίδικος
? — подсудный
#
(ново)греческий словарь
—
κάκωση
—
χημισμός
—
αμφίσφαιρο
—
νυχτερινός
—
κοιλιακά
—
ψωμάς
—
κομματίζομαι
—
απήδηχτος
—
λουθηρανός
—
χαλιφεία
—
μπροστάρισσα
—
αδαμαντωρύχος
—
αρεστός
—
αλεξαντρινός
—
όστια
—
αναπάλλω
—
μαϊμούδισμα
—
μπεκτζής
—
τζαμαρία
—
αφθονών
—
προβατοτροφία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω