🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καθαρτήριο
καθαρτήριο
το рел.
чистилище
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чистилище
? —
καθαρτήριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
καθαρτήριο
? — чистилище
#
(ново)греческий словарь
—
αποβαίνω
—
γαλαζοαίματος
—
χηρευάμενος
—
εκμεταλλεύομαι
—
ατσαλιά
—
φεουδοκρατία
—
πολυπληθής
—
ορφανικός
—
ομοιότητα
—
παπαδιά
—
καμπαέτι
—
κήρυγμα
—
τσαρουχάς
—
αντήλι
—
εξωστήρας
—
αντανάκλαση
—
ομόχρονος
—
διεθνίστρια
—
υποτροχήλιον
—
λευκαίνομαι
—
αί
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω