🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στενομπόλι
στενομπόλι
το
узкий проход
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
узкий проход
? —
στενομπόλι
как с
(ново)греческого
переводится слово
στενομπόλι
? — узкий проход
#
(ново)греческий словарь
—
φαφλατάρισμα
—
νευραλγία
—
κατσιποδιάζω
—
απόχρωση
—
διερωτώ
—
ερμάρι
—
ανηφοριά
—
μυστηριώδης
—
αράζω
—
γνοιαστικός
—
κεντήστρα
—
θαρραλέα
—
ουρηθρίτιδα
—
γραφικότητα
—
μισοαδειάζω
—
αλειμματοκέρι
—
κλειδάριθμος
—
καμπανοειδής
—
μπατσίζω
—
αντικομματικός
—
δαιμονολόγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω