🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ετέχθην
ετέχθην
παθ. αόρ. от τίκτω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ετέχθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μονιστικός
—
αλληλοφθονία
—
βοτανολόγος
—
τσαμπουνιέρης
—
μαζί
—
λεύτερος
—
νυχτοστρατοκόπος
—
γραμματόσημο
—
θεριστικά
—
μελόπιτα
—
ψιλοστόμαχος
—
γής
—
ζερδαβάς
—
βρωμόλογο
—
οικονομολογικός
—
υπερβάλλων
—
ρεφενές
—
γουρσουζιά
—
λήμμα
—
πουρμπουάρ
—
ελαιοχρωματισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω