🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ρύπασμα
ρύπασμα
το мед.
твёрдый шанкр
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
твёрдый шанкр
? —
ρύπασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ρύπασμα
? — твёрдый шанкр
#
(ново)греческий словарь
—
λυσσώδης
—
βατεύω
—
αναδρομάρης
—
γιαλούσης
—
σφυροβόλος
—
κύπριος
—
πολυπροσώπως
—
μνεία
—
αναμφίβολα
—
μασέλλα
—
συσσιτιάρχης
—
ξεκομμένα
—
καλπάκι
—
ξεπρήζομαι
—
πολυανδρια
—
υγρασία
—
χιλιόστρεμμα
—
αγνεία
—
αριστερόθεν
—
δίαρμα
—
στραβολαίμης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω