🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βλεννορροϊκός
βλεννορροϊκός
гонорейный
;
~ή αρθρίτις — гонорейный артрит
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гонорейный
? —
βλεννορροϊκός
как с
(ново)греческого
переводится слово
βλεννορροϊκός
? — гонорейный
#
(ново)греческий словарь
—
λασπομάχος
—
κιότεμα
—
αβδελλωκόκκαλο
—
περιπολικό
—
στουπέτσι
—
άφιλος
—
δακρυοποιός
—
κανονάρχος
—
αναπόδισμός
—
διάγω
—
φωτογράφος
—
σαλοτραπεζαρία
—
αντρικός
—
καταπέτασμα
—
ξαγρύπνημα
—
αναβαπτιζόμενος
—
ανακάτεψη
—
ερρηξα
—
αποφοιτήσας
—
ανθολόγηση
—
πάλιωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω