🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναθεματισμένος
αναθεματισμέν|ος
проклятый
;
~ νά είσαι! — [phrase]будь (ты) проклят![/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
проклятый
? —
αναθεματισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναθεματισμένος
? — проклятый
#
(ново)греческий словарь
—
λιπιά
—
μεσόδρομα
—
βομβυκόσπορος
—
ναυπήγηση
—
εντομικός
—
πύραυνος
—
αντεπίσκεψη
—
κουτσομπολεύω
—
αναπυρώνω
—
ωχρόφαιος
—
ντεβετζής
—
θαλασσομαχητό
—
επίσπευση
—
τραγανός
—
τσικλητάρα
—
βιταμινούχος
—
ανδραγαθίζομαι
—
κορδελλιάζω
—
απόσταξη
—
κουσελιάρης
—
ημισφαίριο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω