🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τεκμηριωτικός
τεκμηριωτικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
τεκμηριωτικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αντιφέρνω
—
στοιχειοθεσία
—
σόκ
—
ρότορ
—
φιδιασμένος
—
τρισμακάριστος
—
αποξηραντικός
—
σταθεροποιούμαι
—
ξεϊδρώνω
—
ανάδευμα
—
τραγωδός
—
καστανόχρωμος
—
πηγαδόπετρα
—
σταθερος
—
χελώνα
—
οξυανθρακικός
—
καταναλωτός
—
κατατακτήριος
—
κοκοχρονίζω
—
ευφαντασίωτος
—
αβούλιαχτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω