🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπόλοιπος
υπόλοιπ|ος
остающийся, остальной
;
τόν ~ο καιρό (или χρόνο) — остальное время
;
οι ~οι — остальные (о людях)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
остающийся
? —
υπόλοιπος
как на
(ново)греческом
будет слово
остальной
? —
υπόλοιπος
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπόλοιπος
? — остающийся, остальной
#
(ново)греческий словарь
—
μειοψηφικός
—
μακάκος
—
ανθρωποφάγος
—
κόττερο
—
χρονοδιάγραμμα
—
εμποριολόγος
—
πικροκαρδισμένος
—
παραγγελιοδοχικός
—
ιουνιανός
—
ομολογήσιμος
—
κρουνιά
—
φιλελληνικός
—
άναρχα
—
κρινάκι
—
ολμοστοιχία
—
υψηποδισμός
—
πιτύκι
—
ιδιαιτέρως
—
λυριάζω
—
καταστέλλω
—
σιδηροτεχνία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω