🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επίμικτος
επίμικτ|ος
смешанный
(о видах, расах и т. п.);
метисный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смешанный
? —
επίμικτος
как на
(ново)греческом
будет слово
метисный
? —
επίμικτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
επίμικτος
? — смешанный, метисный
#
(ново)греческий словарь
—
ημιαγωγός
—
πνευμονογράφηση
—
ψειριάρικος
—
συνδεσμικός
—
φυλλοταξία
—
ενθουσιάζομαι
—
σωματομετρικός
—
περιτραχήλιον
—
φυσιολόγος
—
κουτρουβάλημα
—
ενάπτω
—
μονόπτωτος
—
χρεολύσιο
—
προσαύξημα
—
ένθους
—
μαλακωσύνη
—
ακρεοφαγία
—
ασημόσκονη
—
αταχυδρόμητος
—
ποδοσφαιριστής
—
δικαιοδοτώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω