🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανηφορίζω
ανηφορίζω
подниматься; взбираться
;
~ τήν πλαγιά — подниматься по склону
;
ο δρόμος ~ει — дорога начинает подниматься
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подниматься
? —
ανηφορίζω
как на
(ново)греческом
будет слово
взбираться
? —
ανηφορίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανηφορίζω
? — подниматься, взбираться
#
(ново)греческий словарь
—
αντεξάγω
—
λιγωμάρα
—
εξανεμίζω
—
ραγδαιότητα
—
φακίρισσα
—
οψιμότης
—
γιορτινοντυμένος
—
ανατροπεύς
—
Κατοχή
—
συμμαχικός
—
κροκίδα
—
σφοδρώς
—
πώλος
—
μεταχείριση
—
προεξάγω
—
γρασιδότοπος
—
ετερόνομος
—
αρχιφυλακείο
—
πολυγράφος
—
συγκαταλέγω
—
βυνοποιία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω