🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πρόστιμο
πρόστιμο
το
штраф
;
τιμωρώ μέ ~ — штрафовать
;
βάζω ~ — накладывать штраф
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
штраф
? —
πρόστιμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρόστιμο
? — штраф
#
(ново)греческий словарь
—
απροσπέλαστος
—
όξυνση
—
αντιπαραγγελία
—
ποζιτιβισμός
—
κυρίαρχος
—
απροαιρέτως
—
γκιώνης
—
δικινητήριο
—
μονημεριάτικα
—
αρνομάνα
—
κρύβομαι
—
μιξούδια
—
παγερότητα
—
λιγοτεκνία
—
διπλογραφία
—
ανθοδέτρια
—
ανοσιουργία
—
μαννάρα
—
σπιθοβόλημα
—
παντοίος
—
αδασμολόγητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω