🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τεινεσμός
τεινεσμός
ο мед.
тенезм, потуги
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тенезм
? —
τεινεσμός
как на
(ново)греческом
будет слово
потуги
? —
τεινεσμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
τεινεσμός
? — тенезм, потуги
#
(ново)греческий словарь
—
αναμαλλιάζω
—
σατινέ
—
παραλληλεπίπεδο
—
ανακαίω
—
βρουχίζω
—
μαλέτσικο
—
κολλητήρι
—
στανταρτισμός
—
βροχοπιάνω
—
σαμουρόγουνα
—
αμμάτιση
—
διπλόστομος
—
όα
—
αντιπρόπερσι
—
επιδεξιότητα
—
ραδιολογία
—
κωνοφόρο
—
μονοθεσίτης
—
αντισεισμικά
—
εκκαφεϊνισμός
—
αθέτηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω