🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαλλιοτραβάω
μαλλιοτραβάω
(αόρ. (ε)μαλλιοτράβηξα )
таскать, трепать за волосы
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
таскать
? —
μαλλιοτραβάω
как на
(ново)греческом
будет слово
трепать за волосы
? —
μαλλιοτραβάω
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαλλιοτραβάω
? — таскать, трепать за волосы
#
(ново)греческий словарь
—
ανατρεπτικός
—
αμεταγλώττιστος
—
τιτάνας
—
φιλόπονα
—
έχτρα
—
αβάσκαμα
—
πυρολατρεία
—
άτλας
—
μαγνήτισμα
—
φιγουράτος
—
βιβλιεκδοτικός
—
ανεμούρα
—
γεφυροπλάστιγγα
—
μαντατουρεύω
—
μαντέκα
—
αστεροπληθής
—
αμφίκυρτος
—
αισχροκερδώ
—
σκηνοθέτις
—
ολκή
—
αναιμικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω