🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ακακοφόρμιστος
ακακοφόρμιστ|ος
невоспалённый
(о ране, укусе и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
невоспалённый
? —
ακακοφόρμιστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ακακοφόρμιστος
? — невоспалённый
#
(ново)греческий словарь
—
τριπλός
—
γνώμη
—
πεντάδιπλος
—
μακρότητα
—
εραλδική
—
αποκλεισμένος
—
οπισθοχωρητικός
—
τραυματίζομαι
—
μαυροτσούκαλο
—
τροποποιούμαι
—
φιλοψευδής
—
αξεσήκωτος
—
σολιάζω
—
φρουρά
—
σιτευτός
—
φτειάνομαι
—
φουντώνω
—
αφιλοχρήματος
—
ηχητικά
—
κολλυβιστής
—
δαγκασιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω