🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοίμισμα
κοίμισμα
το 1)
усыпление
;
2)
сон
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
усыпление
? —
κοίμισμα
как на
(ново)греческом
будет слово
сон
? —
κοίμισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοίμισμα
? — усыпление, сон
#
(ново)греческий словарь
—
πλάνισμα
—
εναγκαλίζομαι
—
πλευρόπονος
—
σφυρήλατος
—
εννεάκρουνος
—
δονητικός
—
ευγένεια
—
εισπράττω
—
Ξ
—
βοηθούμαι
—
κροντήρι
—
πεντάωρο
—
λιανεύω
—
δεοτερεύω
—
ερείπιο
—
αναφτερώνω
—
σκορδόπιστος
—
μαζικός
—
βρωμόχνοτος
—
ράγια
—
φεμινιστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω