🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γόρδιος
γόρδι|ος
:
γόρδιος δεσμός — гордиев узел
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
γόρδιος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κακοτυπωμένος
—
παραξενιά
—
διαναπαύομαι
—
άζηλος
—
θαλασσώνω
—
πρόσφατος
—
αρτύνω
—
αστραμμα
—
ασέλγεια
—
ανασταλτικός
—
αξάπλωτος
—
στρεβλός
—
μουνάκι
—
εσκούδον
—
κουβαλάς
—
κρομμυδόζουμο
—
ηρωίδα
—
αβρόμιστος
—
αδόκητος
—
ευκολοδιάβαστος
—
ακόμψευτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω