🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εμφυσητήρ
εμφυσητήρ
(-ηρος) ο 1) мед.
аппарат для вдувания
;
2) тех.
мехи
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
аппарат для вдувания
? —
εμφυσητήρ
как на
(ново)греческом
будет слово
мехи
? —
εμφυσητήρ
как с
(ново)греческого
переводится слово
εμφυσητήρ
? — аппарат для вдувания, мехи
#
(ново)греческий словарь
—
νισάφι
—
κασερόπιτα
—
σφαιρικά
—
διαδήλωση
—
ζορμπάς
—
προβαδίζω
—
συμπυρσοκρότησις
—
ποικιλτικός
—
όρκος
—
χρησιμοθήρας
—
αφλυκταίνωτος
—
αργυρολογώ
—
ζεύξιμο
—
παρεντίθεμαι
—
ένσημο
—
κέκτημαι
—
αχρωσία
—
μέλωμα
—
κολβερτισμός
—
σταδιακά
—
ψηλαφώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω