🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλημμυρίζω
πλημμυρίζω
заливать, затоплять, выходить из берегов
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλημμυρίζω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ξάμπελο
—
διαπεραίωση
—
μελτέμι
—
σπίθα
—
νεραντζούλα
—
κύμα
—
τσιλημπούρδισμα
—
αμοιβαδικός
—
πετριά
—
εκπέμπω
—
συρματοποίηση
—
περιπατώ
—
ομορφάδα
—
τηγανιστός
—
λεπτουργής
—
τσιρλιάρης
—
σμίλη
—
εδρεύω
—
αφρίζω
—
καζέρνα
—
λιποθυμία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω