🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταποντίζομαι
καταποντίζομαι
тонуть, идти ко дну
(о судах, тж. перен.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тонуть
? —
καταποντίζομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
идти ко дну
? —
καταποντίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταποντίζομαι
? — тонуть, идти ко дну
#
(ново)греческий словарь
—
αυλαρχείο
—
μανίζω
—
ονοματολόγιο
—
σκαρλατίνα
—
γενέτειρα
—
μεθαύριον
—
εξοστείζω
—
σουφρώνω
—
αφύδρανση
—
βοήθεια
—
βραδύπεπτος
—
άχωρος
—
μπετόνι
—
ελαφίδαι
—
γυναικωτός
—
αγκάλη
—
αερολιμένας
—
πρακτορείο
—
φτωχολόι
—
μερδικό
—
ταύ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω