🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νηφαλιότητα
νηφαλιότητα
η прям., перен.
трезвость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
трезвость
? —
νηφαλιότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
νηφαλιότητα
? — трезвость
#
(ново)греческий словарь
—
χοντροκόκαλος
—
πορτοκαλλεώνας
—
αρνίτσι
—
βαμβακερός
—
χλοάζω
—
διελκυστίνδα
—
πηγαδομούνα
—
άβρετος
—
ξετραχηλισμένος
—
κέδρος
—
ανάγερτος
—
ορμαθιά
—
ντροπαλάδα
—
αιματιά
—
πατάτα
—
Φώτιος
—
γιαουρτοπόλεμος
—
πυριγενής
—
τεκνοποιητικός
—
ελλοβοκαρπος
—
Αλβανός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω