🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σής
σ|ής
(γεν. σητός) ο
моль
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
моль
? —
σής
как с
(ново)греческого
переводится слово
σής
? — моль
#
(ново)греческий словарь
—
γαλβανίζομαι
—
εγκαταλείπω
—
διαγουμίζω
—
κοπάνα
—
κιτρολεμονιά
—
γελοιογραφικός
—
εξορισμός
—
απάνθρωπος
—
ανορεξιά
—
μακρόχρονος
—
τζάντζαλο
—
ξηγιούμαι
—
κλοτσιά
—
φαλάκρα
—
χονδρώδης
—
επιδαψίλευση
—
καννίβαλος
—
ανομία
—
ζήλεια
—
υπόδειγμα
—
σκατόπουστας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω