🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διακοσιοστός
διακοσιοστός
двухсотый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
двухсотый
? —
διακοσιοστός
как с
(ново)греческого
переводится слово
διακοσιοστός
? — двухсотый
#
(ново)греческий словарь
—
βριξιά
—
εδώδιμος
—
ξόμπλιασμα
—
αρόδο
—
ακατόρθωτος
—
δισκοθήκη
—
μοσχοστουβιά
—
τορναδόρος
—
καζανοκέφαλος
—
ρόζος
—
ξεροστάλιασμα
—
πολύφωτος
—
συγκοινωνώ
—
απόσταγμα
—
τριανταφυλλύς
—
διαφώτιση
—
γαργαλητό
—
αντάξια
—
θαλασσοπνίγω
—
αγανακτώ
—
ξενορράφτω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω