🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγωγιαστήριο
αγωγιαστήριο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγωγιαστήριο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κλαπέτο
—
χειροτέρεμα
—
φωτοσβεστικός
—
καλπονόθεψη
—
βρυόφυτα
—
ξεμπαρκάρισμα
—
γούμενος
—
βαμβάκι
—
εξερευνήτρια
—
αδήωτος
—
μελίγονο
—
τρελοκαμπέρω
—
εισοδιάζω
—
διαπλάττω
—
μουζελιά
—
φρεσκαλειμμένος
—
άφευκτος
—
κούτσα
—
αποσταγμένος
—
αρωματοπώλης
—
εκφαύλιση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω