🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εντερονίς
εντερονίς
(-ίδος) η мор.
внутренняя обшивочная доска
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
внутренняя обшивочная доска
? —
εντερονίς
как с
(ново)греческого
переводится слово
εντερονίς
? — внутренняя обшивочная доска
#
(ново)греческий словарь
—
λερώνομαι
—
μιλιγκράμ
—
στρογγυλότητα
—
κατατρώγω
—
μισανοιγμένος
—
μπαμπακιάζω
—
ακατάτρεχτος
—
στεγανόποδα
—
έλκηθρο
—
λασπομάχος
—
εφόλκιον
—
ανθρωπολατρικός
—
σκότισμα
—
ακολουθητά
—
φαγητό
—
κουτσουλιά
—
κόπτω
—
πορτάκι
—
ιδιαίτερο
—
φανέρωση
—
προσάρμοση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω