🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγώνισμα
αγώνισμα
το
вид спорта
;
τά ~ίσματα — спортивные игры
;
ασχολούμαι μέ πολλά ~ίσματα — заниматься многими видами спорта
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вид спорта
? —
αγώνισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγώνισμα
? — вид спорта
#
(ново)греческий словарь
—
τυπολάτρισσα
—
μακροχρόνος
—
ξορίζομαι
—
τυμπανίστρια
—
ξαναφορμάρω
—
κολλεκτιβιστικός
—
λεφτούλια
—
αστείρευτος
—
υπογλυχαιμία
—
ανθυποβρύχιο
—
ενδεκατημόριον
—
αντιμεταδίδω
—
φιλόνεικος
—
ασπρογαλιάζω
—
εγκλητήριον
—
μάζωξη
—
ντιέζ
—
χρεμετίζω
—
ανεμοδείχτης
—
λιβανωτόν
—
παπαρδέλας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω